Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Η νεολαία δεν μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση μόνη

Αναδημοσίευση από το Αριστερό Βήμα

Του Owen Jones (από το site UCL Occupation 3/1/2011)

Στο πλαίσιο του μεγάλου φοιτητικού και μαθητικού κινήματος που αναπτύσσεται στη Βρετανία κατά της αποδιοργάνωσης της δημόσιας εκπαίδευσης εν γένει και του αποκλεισμού μεγάλων τμημάτων νέων των εργαζόμενων τάξεων από την ανώτατη εκπαίδευση μέσω του τριπλασιασμού των διδάκτρων, και του χάσματος ανάμεσα στην επίσημη ηγεσία του φοιτητικού χώρου και στο κίνημα που φαίνεται να διευρύνεται, διεξάγεται έντονη συζήτηση πάνω στο θέμα της κοινωνικής πρωτοπορίας, της πολιτικής εξουσίας, στη σχέση κινήματος-πολιτικών οργανώσεων, βάσης-ηγεσίας, στόχων και στρατηγικής κ.λπ. τα οποία αναδύθηκαν έντονα στη Βρετανία όπου η θέση της Αριστεράς είναι εξαιρετικά αδύναμη, αλλά εν πολλοίς απασχολούν τα κινήματα απανταχού στον κόσμο. Το άρθρο που δημοσιεύουμε είναι το πρώτο μιας σειράς που σκοπό έχει αφ΄ ενός την ενημέρωση αφ΄ ετέρου την πρόσκληση σε διάλογο.


Η σύγχρονη Αριστερά διαθέτει ελάχιστα τόσο πολύτιμα εικονικά γεγονότα όσο η γαλλική εξέγερση του Μάη του 1968. 10 εκατομμύρια εργάτες να καταλαμβάνουν εργοστάσια ή να απεργούν, και τη μεγαλύτερη γενική απεργία στην ιστορία της Ευρώπης. Χιλιάδες ριζοσπάστες φοιτητές να ζητούν την ανατροπή του γαλλικού καπιταλισμού. Καθώς τα οδοφράγματα ορθώνονταν σε όλη τη χώρα, ο πρόεδρος Σαρλ ντε Γκολ πέταξε στη Γερμανία για να συσκεφθεί με τους συμβούλους του. Οι κυβερνήτες της Ευρώπης παρατηρούσαν πανικόβλητοι.

Όμως, αυτά που οι Γάλλοι αποκαλούν les evenements de mai 1968 δεν μπορούν να αποτελούν την έμπνευση για το σημερινό κίνημα κατά του Συνασπισμού Συντηρητικών-Φιλελευθέρων. Αποτελούν όμως μια προειδοποίηση της Ιστορίας. Από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η εξέγερση ήταν μια καταστροφική αποτυχία. Ο Ντε Γκολ διέλυσε το Κοινοβούλιο και η Δεξιά πέτυχε μια σαρωτική εκλογική νίκη. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΓΚΚ) έχασε τις μισές έδρες του. Οι εργάτες κέρδισαν αυξημένο κατώτατο μισθό, αλλά η γκολική τάξη πραγμάτων δεν αποδιοργανώθηκε.

Ο Μάης του 1968 είναι ένα παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν ένα μαζικό κίνημα εμφανίζεται αυθόρμητα , αλλά δεν έχει πολιτική ηγεσία. Το ΓΚΚ αρνήθηκε να δώσει στην εξέγερση πολιτική κατεύθυνση και δαπάνησε το μισό από το χρόνο του καθυβρίζοντας τους ριζοσπάστες φοιτητές. Εν απουσία ηγεσίας, το πάθος και η οργή έμειναν χωρίς κατεύθυνση και ξεφούσκωσαν. Το θερμό φθινόπωρο της Ιταλίας στα 1969-1970 –όταν εκατομμύρια εργάτες κατέβηκαν σε απεργία—ξεθύμανε για παρόμοιους λόγους.

Ύστερα από το απρόσμενο ξέσπασμα της φοιτητικής και μαθητικής εξέγερσης στη Βρετανία του Κάμερον, αναπόφευκτα έγιναν συγκρίσεις με τη δεκαετία του 1960. Το μαχητικό πνεύμα, που είχε εμφανώς εξαλειφθεί με την επίθεση του θατσερισμού τη δεκαετία του 1980, φαίνεται πως έχει αναβιώσει. Είχα το προνόμιο να συμμετάσχω στην κατάληψη του πανεπιστημίου μου, του University College of London, και να γίνω μάρτυρας οικείων καταστάσεων για έναν παλαίμαχο των ριζοσπαστικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960. Αλλά δεν μπορώ παρά να εκφράσω την ανησυχία μου για την επαναφορά άλλων ιδεών εκείνης της δεκαετίας: κυρίως της ιδέας ότι δεν χρειάζονται ηγέτες, ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο χωρίς να πάρεις την εξουσία και ότι οι φοιτητές ή η “νεολαία” γενικότερα θα αποτελέσει την ηγεσία της “επανάστασης”.

Η [αρθρογράφος] Λόρι Πένι έχει αναδειχθεί ως η πιο εύγλωττη φωνή του αναδυόμενου νεολαιίστικου κινήματος: τα ρεπορτάζ της για τα απογοητευμένα παιδιά που ξυλοκοπούνται από τις δυνάμεις του κράτους έχουν μεταφέρει την κτηνώδη πραγματικότητα σε ένα σοκαρισμένο ευρύτερο ακροατήριο. Και στα κείμενά της υπάρχουν ισχυροί αντίλαλοι των αντιλήψεων που είχαν κυριαρχήσει κατά τη δεκαετία του 1960. “Οι νέοι της Βρετανίας δεν χρειάζονται ηγέτες και το νέο κύμα ακτιβιστών δεν ενδιαφέρεται για την ιδεολογική γραφειοκρατία της παλιάς Αριστεράς”, γράφει. Τα πολιτικά κόμματα έχουν προδώσει τους νέους και δεν αποτελούν πλέον μέσα πολιτικής αλλαγής. Μια “οργανική δικτύωση” απέρριψε τις “παλιές υποταγμένες δομές της εργατικής συνδικαλιστικής δράσης” όπως και τις σέχτες του τύπου Η Ζωή του Μπράιαν*”, και οι ιδεολογικές διαφορές μπήκαν στην άκρη προς όφελος της πρωτογενούς/αυθόρμητης δράσης.



Κάποιος από τους φίλους της Λόρι στο Tweeter ανέφερε συνοπτικά την διαδεδομένη αυτή άποψη, σε μια από τις συνεδριάσεις του νέου φοιτητικού κινήματος: “Προφανώς, τα συνδικάτα δεν πρόκειται να ηγηθούν αυτής της επανάστασης – οι νέοι θα πάρουν τα ηνία. Πρέπει όμως να ηγηθούν μιας γενικής απεργίας”.


Αυτές οι ιδέες ήταν δημοφιλείς στα φοιτητικά κινήματα της Δύσης κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Περισσότερο θα έλεγε κανείς στις ΗΠΑ παρά αλλού. Γκουρού της Νέας Αριστεράς εκεί ήταν ο κοινωνιολόγος Σ. Ράιτ Μιλς, ο οποίος αποκήρυττε την “εργασιακή μεταφυσική” των μαρξιστών. Οι οπαδοί του απέρριπταν την αντίληψη της “παλιάς Αριστεράς” ότι η εργατική τάξη θα ήταν ο πρωταγωνιστικός παράγοντας της αλλαγής: στη θέση της τοποθετούσαν τους φοιτητές, τους νέους γενικότερα ή τις καταπιεσμένες μειονότητες όπως οι Αφρο-αμερικανοί. Τα συνδικάτα είχαν ξεγραφτεί ως συντηρητικά και τμήμα του κατεστημένου.

Σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα στάδια της αμερικανικής Νέας Αριστεράς, η Λόρι Πένι δεν ξεγράφει τα συνδικάτα. Η υποστήριξή τους ήταν εμφανώς ευπρόσδεκτη, αλλά οφείλουν τα τηρούν αποστάσεις και να μην επιδιώκουν να αναλάβουν την ηγεσία ενός κινήματος που δεν είναι δικό τους. “Όταν ο ηγέτης του συνδικάτου Unite, Λεν ΜακΛάσκι, έγραψε ... ενθαρρύνοντας τα μέλη του συνδικάτου να υποστηρίξουν το ΄μεγαλειώδες φοιτητικό κίνημα΄ χτύπησε ακριβώς τη σωστή χορδή – σεβασμός στην ενεργητικότητα αυτών των νέων δικτύων αντίστασης, χωρίς την επιδίωξη να τα ποδηγετήσουμε”.


Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό για το νέο κίνημα και θαυμάζω τα ρεπορτάζ της Λ. Πένι. Όμως, διαφωνώ μαζί της όσον αφορά το πού κατευθυνόμαστε. Αν θέλουμε να επιτύχει , οι φοιτητές, ή ακόμη η ευρύτερη κατηγορία των “νέων”, δεν θα ηγηθούν –ούτε πρέπει-- αυτού του κινήματος. Είμαστε το πρώτο κύμα και ελπίζω να ακολουθήσουν άλλοι. Η σκυτάλη πρέπει να περάσει στους εργαζόμενους που θα είναι πιθανώς οι επόμενοι οι οποίοι θα αντισταθούν στις κυβερνητικές περικοπές. Είναι οι εργαζόμενοι –οργανωμένοι ως δύναμη μέσα από τα συνδικάτα-- και όχι οι φοιτητές που πρέπει να ηγηθούν του αγώνα εναντίον του κυβερνητικού συνασπισμού.

Υπάρχουν λόγοι που οι φοιτητές κινήθηκαν πρώτοι εναντίον της κυβέρνησης. Και είναι προφανείς: ένα από τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού τους υποσχέθηκε κατάργηση των διδάκτρων , αλλά αντί για κατάργηση το κόστος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης τριπλασιάστηκε. Αυτό είναι τόσο προδοτικό και τόσο κραυγαλέα αντιδημοκρατικό που ο ξεσηκωμός τους ήταν κάτι παραπάνω από δικαιολογημένος. Αλλά και ιστορικά, οι φοιτητές είναι οι πρώτοι που κινητοποιούνται επειδή –πράγματι-- έχουν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους από ό,τι οι εργαζόμενοι, δεν εξαρτάται η επιβίωσή τους από μια θέση εργασίας και δεν έχουν ευθύνες συντήρησης οικογένειας. Ριψοκινδυνεύουν λιγότερα, συνεπώς και οι συνέπειες είναι μικρότερες όταν σηκώνουν το γάντι και αντεπιτίθενται.

Ωστόσο, οι συνθήκες που οδηγούν τους φοιτητές να ξεσηκωθούν πρώτοι δεν τους τοποθετούν στην ηγεσία ενός νικηφόρου κινήματος. Οι φοιτητές είναι μια μεταβατική ομάδα: οι περισσότεροι μένουν στην ανώτατη εκπαίδευση τρία χρόνια. Πρέπει ακόμη να περάσουν από πολλές καταστάσεις πάλης που καθορίζουν τα βιώματα των ανθρώπων της εργατικής τάξης, όπως ο χαμηλός μισθός, η έλλειψη οικονομικά ανεκτής στέγης ή η ανεργία. Όπως παντού στον δυτικό κόσμο, η ανώτατη εκπαίδευση έχει αυξηθεί αλματωδώς τα περασμένα τριάντα χρόνια και οι φοιτητές του πανεπιστημίου αντιπροσωπεύουν ευρύτερα το γενικό κοινό από ό,τι στην εποχή του τελευταίου κύματος φοιτητικής πρωτοπορίας. Αλλά ακόμη υπάρχουν δυσανάλογα περισσότεροι προερχόμενοι από τα μεσαία στρώματα και δεν είναι σε θέση να εκφράσουν τις ανησυχίες των εργαζομένων ως συνόλου. Ως οργανωμένη ομάδα δεν απειλούν το σύστημα με τον ίδιο τρόπο που το απειλούν εκατομμύρια οργανωμένοι εργάτες.

Θα μπορούσαμε να διευρύνουμε το θέμα για να συμπεριλάβουμε τους νέους γενικότερα. Τα άρθρα της Λ. Πένι έχουν συλλάβει το πιο συναρπαστικό στοιχείο του νέου κινήματος: τη συμμετοχή χιλιάδων μαθητών των δύο τελευταίων τάξεων του λυκείου, προερχόμενων από την εργατική τάξη, που έδωσαν τον τόνο στις διαδηλώσεις από τον Νοέμβριο. Αυτοί αντιπροσωπεύουν μια ολόκληρη νέα γενιά που ριζοσπαστικοποιείται για πρώτη φορά. Αλλά αμφιβάλλω ότι θα υποστήριζε κανείς πως οι 17ρηδες θα μπορούσαν να ηγηθούν ενός κινήματος ανατροπής της κυβέρνησης. Όπως και να ΄χει, είναι δύσκολο να μιλούμε για τους “νέους” ως σύνολο: είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όσο και ο υπόλοιπος πληθυσμός και περιλαμβάνουν τα φτωχά παιδιά των κέντρων των πόλεων όσο και τους αποφοίτους του Ίτον.


Η κραυγή κατά των ηγεσιών αντηχεί σε όλο το νέο κίνημα. Γίνεται λόγος για “αυτόνομη δράση”: μπορούμε όλοι, ατομικά, να πάρουμε πρωτοβουλία και να πλήξουμε το σύστημα. Η αδέξια (ή “ασπόνδυλη” , όπως ο ίδιος το έθεσε) ηγεσία της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης υπό τον Άαρον Πόρτερ τροφοδότησε την ιδέα ότι αυτό έπρεπε να είναι ένα κίνημα χωρίς ηγέτες. Όμως, η κριτική στην ανεπαρκή ηγεσία δεν πρέπει να σημαίνει κριτική στην ηγεσία γενικώς. Αντιθέτως, θα έπρεπε να καλεί για μια ηγεσία που να λογοδοτεί πραγματικά στο κίνημα.
Δεν πιστεύω ότι είναι δυνατόν να αλλάξεις τον κόσμο χωρίς να πάρεις την εξουσία. Εναντιωνόμαστε σε μια κυβέρνηση που κυριαρχεί επειδή έχει την πολιτική εξουσία. Για να τη νικήσουμε, πρέπει να αντικατασταθεί με κάτι άλλο. Γενικότερα, το αναδυόμενο κίνημα μάχεται μια νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού που τα 30 τελευταία χρόνια έχει εδραιωθεί σε όλη την υφήλιο. Η ιδέα πως ένας τόσο ισχυρός και οργανωμένος εχθρός μπορεί να πολεμηθεί από ένα εντελώς ανόμοιο κίνημα που περιέχει διαφορετικές, συγκρουόμενες ιδέες και στρατηγικές μου φαίνεται άτοπη. Η χαοτική διαφωνία μπορεί να γίνει αντικείμενο χειραγώγησης σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Χωρίς στόχους και πολιτική κατεύθυνση, τα κινήματα ξεθυμαίνουν. Μην πάτε τόσο πίσω όσο στη Γαλλία του 1968. Ορισμένοι πρέπει να θυμηθούν το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης που άνθησε για σύντομο χρονικό διάστημα στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές αυτής του 2000. Πού είναι τώρα; Εξαφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό γιατί δεν είχε σαφείς σκοπούς και στόχο. Χωρίς κάποια εμφανή εναλλακτική λύση, οι ακτιβιστές τελικά θα χάσουν το ηθικό τους.

Στην πραγματικότητα, η έλλειψη συνεκτικής εναλλακτικής λύσης δεν θα κερδίσει ποτέ τη μαζική υποστήριξη: απλώς ενισχύει την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης ότι “Δεν Υπάρχει Άλλη Λύση”. Μπορεί να είναι συναρπαστικό το να συμμετέχεις σε ένα άμορφο κίνημα που φουσκώνει τα πανιά του με πολλές ριζοσπαστικές ιδέες, αλλά αυτό δεν προσφέρει συγκεκριμένη εναλλακτική λύση στα πράγματα. Ο αγώνας καταστροφής κάποιου πράγματος χωρίς να έχεις κάτι που θα το αντικαταστήσει είναι μηδενισμός. Εάν δεν έχουμε συνολική απάντηση στα βασικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία –είτε αυτά είναι η έλλειψη φθηνής στέγης είτε μια εναλλακτική πρόταση για τις περικοπές-- δεν θα αλλάξουμε τίποτε.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, στην πράξη θα εμφανιστούν ηγέτες. Ορισμένοι έχουν περισσότερο χρόνο από ό,τι άλλοι. Μπορεί να υπάρξουν λοιπόν κάποιοι που έχουν περισσότερο χρόνο, που είναι πιο ευφραδείς, που έχουν καλύτερες διασυνδέσεις κ.ο.κ. Αλλά αυτοί οι ντε φάκτο ηγέτες δεν θα δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Σε μικρό διάστημα θα εμφανιστεί μια αριστοκρατία εξαιρετικά αφοσιωμένων ακτιβιστών (ή, ας το αντιμετωπίσουμε, ήδη εμφανίζεται). Χρειαζόμαστε μια δημοκρατικά εκλεγμένη ηγεσία που να είναι υπόλογη σε εκείνους που αντιπροσωπεύει – αποφεύγοντας έτσι το αδιέξοδο των καριεριστών, των ανίκανων και γενικά των μεγαλομανών.


Το ότι κάποιες από αυτές τις ιδέες κυριάρχησαν στα πρώιμα στάδια του κινήματος κατά του κυβερνητικού συνασπισμού δεν πρέπει να μας εκπλήττει. Η Αριστερά παραμένει ανύπαρκτη ως πολιτική δύναμη στη Βρετανία, τη συνέτριψε η Νέα Δεξιά της δεκαετίας του 1980 και η νεοφιλελεύθερη θριαμβολογία που ακολούθησε μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Η γενιά μας μεγάλωσε χωρίς την Αριστερά. Δεν υπήρχε για να αναλάβει την ηγεσία ή να δώσει προσανατολισμό σε ένα νέο κίνημα. Ο πετυχημένος πόλεμος της Θάτσερ εναντίον των συνδικάτων τα κατέστησε μια πλήρως ξένη ιδέα για τους περισσότερους της γενιάς μου.


Νομίζω όμως ότι διαπιστώνουμε επίσης το “νεοφιλελευθερισμό” της διαφωνίας. Η “λατρεία της νεολαίας” είναι ένα από τα κύρια στηρίγματα του μοντέρνου καταναλωτικού καπιταλισμού. Η ιδέα της “αυτόνομης δράσης” απευθύνεται στον αχαλίνωτο ατομικισμό που έχει εξαπολύσει ο νεοφιλελευθερισμός στην όλο και πιο εξατομικευμένη κοινωνία μας. Γίνεται λόγος ακόμη και για “αντιφρονούντες επιχειρηματίες”.


Πιστεύω ότι η πραγματικότητα του επόμενου έτους θα τροφοδοτήσει περαιτέρω αυτή τη συζήτηση. Η πιο σημαντική συμβολή του φοιτητικού ξεσηκωμού ήταν πως έδειξε ότι είναι δυνατόν να αντεπιτεθούμε. Όταν οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την απώλεια θέσεων εργασίας, επιδομάτων ή κοινωνικών υπηρεσιών, μπορούν να αναρωτηθούν: “Αφού το έκαναν οι φοιτητές γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε κι εμείς;” Τα συνδικάτα χτυπήθηκαν αγρίως τα τελευταία τριάντα χρόνια , αλλά έχοντας 7 εκατομμύρια μέλη παραμένουν το μακράν μεγαλύτερο κίνημα της κοινωνίας. Τους ερχόμενους μήνες, υπάρχει η δυνατότητα να κινητοποιηθούν εκατομμύρια εργαζόμενοι εναντίον της κυβέρνησης. Μόνο αυτή η δραστηριότητα μπορεί να γονατίσει τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις.


Όταν υπάρξει ένα μαζικό κίνημα που αντιπροσωπεύει περισσότερους από τους μαθητές και τους φοιτητές , το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας θα γίνει πιεστικότερο από ποτέ. Θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω υπέρ ενός κινήματος των συνδικάτων και των εργαζόμενων –με τη νεολαία να παίζει κύριο ρόλο στη δράση-- που θα συμπαρασύρει το Εργατικό Κόμμα ώστε να γίνει μια αυθεντική εναλλακτική στην κυβέρνηση. Άλλοι θα υποστηρίξουν ένα διαφορετικό είδος πολιτικής ηγεσίας. Αλλά ας προχωρήσουμε πέρα από τις εκκλήσεις να αναλάβει αυτή την ευθύνη η νεολαία χωρίς πολιτική ηγεσία. Αυτό δεν είχε αποτελέσματα στη δεκαετία του 1960. Και ασφαλώς δεν θα έχει σήμερα.

*Αναφορά στην ομώνυμη ταινία των Μόντι Πάιθονς που ειρωνεύεται τις διάφορες αριστερές μικροομάδες της δεκαετίας του 1970 οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και απλώς διαπληκτίζονται μεταξύ τους. (Σ.τ.Μ.)

(Μετάφραση Αριάδνη Αλαβάνου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου