Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

"Ευέλικτοι" εργαζόμενοι φοιτητές.


Πριν μια δεκαετία, οι φοιτητές που παράλληλα εργαζόντουσαν δεν ήταν η πλειοψηφία αφού οι περισσότεροι αναζητούσαν μια εργασία όχι για να βγάλουν τα προς το ζείν αλλά για το “κάτι παραπάνω” στο χαρτζιλίκι τους.Η κατάσταση όμως έχει αλλάξει.Όλο και περισσότεροι σήμερα εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους είτε για να συμπληρώσουν τα έξοδα στο ενοίκιο και τους λογαριασμούς(αν σπουδάζουν σε άλλη πόλη από αυτή που γεννήθηκαν) είτε για να μπορέσουν να έχουν κάποιο εισόδημα αφού η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν αφήνει περιθώριο για “χαρτζιλίκια”.

Οι δουλειές στις οποίες οι φοιτητές απασχολούνται είναι λίγο πολύ οι ίδιες,αυτές του ποδαριού και στην πλειοψηφία τους δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο σπουδών τους.Δουλειές ευέλικτες, με χαμηλό εισόδημα, χωρίς ασφάλιση και δικαιώματα.Οι “αόρατοι” φοιτητές αναγκάζονται για λόγους επιβίωσης να εργάζονται σε καφετέριες ως σερβιτόροι, σε αποθήκες των μεγάλων σούπερ-μάρκετ, ως deliverάδες ή σε τηλεφωνικά κέντρα δημόσιων και ιδιωτικών εταιριών.
Αυτές οι δουλειές είναι προορισμένες και “θεσμοθετημένες” για αυτούς αφού το ευέλικτο ωράριο και το προσωρινό αυτών των εργασιών μοιάζουν αρχικά βολικά για πολλούς φοιτητές.

Οι συνθήκες εργασίας σε μια σειρά χώρους ανατρέπουν μετά από λίγο καιρό αυτήν την εικόνα

“Στην αρχή πήγαμε να δουλέψουμε μ' ένα φίλο μου στο τηλεφωνικό κέντρο ιδιωτικής εταιρίας με σκοπό να βγάλουμε κάποια χρήματα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές που πλησίαζαν”,λέει ο Σωτήρης,φοιτητής στο Πάνειο πανεπιστήμιο.
Στην ερώτηση πόσο καιρό έμεινε στην εταιρία, η απάντηση είναι αποκαλυπτική. “Έμεινα ένα μήνα μόνο.Εκεί δεν υπήρχε καθορισμένος μισθός ο οποίος να συμπληρώνεται από τα μπόνους όπως έχω ακούσει από άλλες εταιρίες.Ο μισθός μας ήταν μόνο από ποσοστά, με το κομμάτι.Εμείς κάναμε τηλεφωνικές έρευνες και όσα περισσότερα τηλέφωνα έπαιρνες και συμπλήρωνες τα ερωτηματολόγια, ανάλογος ήταν και ο μισθός”.
Όταν τον ρωτήσαμε πόσα χρήματα έβγαλε τελικά μας απάντησε ότι έβγαλε 337 ευρώ το μήνα με τετράωρο ωράριο αλλά ουσιαστικά του έμειναν τα 37 αφού καθημερινά ξόδυε 10 ευρώ στο φαγητό και στα έξοδα της βενζίνης.

Οι συνθήκες εργασίας στα τηλεφωνικά κέντρα είναι εντατικοποιημένες και απόλυτα ελεγχόμενες.Στους χώρους εργασίας είναι τοποθετούνται κάμερες μέσα από τις οποίες οι “υπεύθυνοι” παρακολουθούν την απόδοση των εργαζομένων, την ταχύτητα με την οποία δουλεύουν και “προσέχουν” να μη “χαζεύουν” και χάσουν κάνα ευρώ.Το οργουελικό σκηνικό συνεχίζεται με τις παρακολουθήσεις στις συνομιλίες μη τυχόν και κάνουν κανένα προσωπικό τηλέφωνο και χαθεί “πολύτιμος χρόνος” δουλειάς.

Ο ανταγωνισμός που προωθείται μέσα σε αυτούς τους χώρους επιβάλλεται ως ζωτικής σημασίας για την συνέχεια της δουλειάς του κάθε φοιτητή.Η ατομική αξιολόγηση της απόδοσης συμβάλλει στον ανταγωνισμό αφού όποιος καταφέρει να πουλήσει τα περισσότερα πακέτα συνδρομής ίντερνετ ή να συμπληρώσει σε ελάχιστο χρόνο τα πιο πολλά ερωτηματολόγια, λαμβάνει και το πριμ.

Αυτή η συνεχής εξατομίκευση και απομόνωση των εργαζομένων συμβάλει στη διάσπαση της εργασιακής συλλογικότητας με αποτέλεσμα να θεωρείται μάταιη η όποια διεκδίκηση δικαιωμάτων.Το ευέλικτο ωράριο και οι συχνές μεταθέσεις συμβάλλουν στην αποδυνάμωση των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων κάνοντας δύσκολη την όποια συνεννόηση για κινητοποίηση και διεκδίκηση.Σημαντική παράμετρος στη μη-διεκδίκηση “παίζει” το προσωρινό του επαγγέλματος ,ειδικά για τους φοιτητές,ελπίζοντας πως θα το υποστούν μόνο για όσο χρόνο είναι στη συγκεκριμένη δουλεία.Αυτή η λογική διαιωνίζει την ασφυτική εργασιακή κατάσταση και συμπιέζει προς τα κάτω το σύνολο των εργαζομένων, μεταφέροντάς τη και σε άλλες εργασιές.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι δέχτηκαν αντίποινα από την εταιρία (απολύσεις, μεταθέσεις) λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης.
Δεν είναι και λίγες όμως οι φορές που οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων κατάφεραν την επαναπρόσληψη απολυμένων συναδέλφων τους όπως έγινε από το σωματείο της WIND.
Τον τελευταίο χρόνο είναι όλο και πιο συχνές αυτές οι νίκες αποδεικνύοντας ότι ο συλλογικός αγώνας ευνοεί το σύνολο των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων και την αξιοπρέπεια στην εργασία.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

"Χρυσόσκονη" στην ομίχλη...



Πώς θα διαχειριστούν τρία αδέρφια την προοπτική της αντιπαροχής του πατρικού τους σπιτιού μετά το θάνατο της μητέρας τους;
Η διαφωνία τους είναι το κουβάρι γύρω από το οποίο ξετυλίγεται η ανθρωποκεντρική, επίκαιρη και άκρως ρεαλιστική ιστορία της Μαργαρίτας Μαντά.
Η χρυσόσκονη της λήθης των παιδικών χρόνων προσπαθεί να επιβληθεί στη σκόνη της άσχημης Αθήνας.

Η αντιπαροχή του πατρικού είναι η αφορμή για να ξαναμιλήσουν για τους ίδιους, για την εσφαλμένη εικόνα που έχει ο ένας για τον άλλο.Για τη σχέση τους μέσα στην Αθήνα που αλλάζει απάνθρωπα, γρήγορα, άσχημα.
Οι ήρωες κινούνται σε μοκροαστικά αθηναϊκά διαμερίσματα κυνηγώντας το χρόνο χωρίς να τον καταλαβαίνουν.
Ο ήχος των μικρών σβόλων χώματος που πετάγονταν στον αέρα όταν έτρεχαν στην αυλή έχει εξαφανιστεί στην σύγχρονη πόλη.Τώρα ακούγεται ο ήχος από τα κουμπιά του χειριστηρίου του playstation.Αυτό είναι το παιχνίδι για τον γιο της Αμαλίας.
Τα ξύλινα παράθυρα έγιναν αλουμίνια και οι νερατζιές έγιναν κολωνάκια στα πεζοδρόμια.Μια πόλη που αλλάζει αφήνοντας στην απομόνωση τις συγγενικές,τις φιλικές,τις ερωτικές σχέσεις.

Ο ζωηρός μικρός Αλέξης τώρα φοράει γραβάτα και κλείνει αγχωμένος ραντεβού στο δικηγορικό του γραφείο .Προσπαθεί να βρει χρόνο για το γιο του που τον βλέπει λίγες ώρες τη βδομάδα αφού είναι χωρισμένος.Ο Αλέξης επιμένει να δώσουν το σπίτι.

Η μουσικός Άννα κλέβει λίγο χρόνο από τις πρόβες της και επιστρέφει στο πατρικό της για να ποτίσει τα λουλούδια στην αυλή και να ανοίξει τα παράθυρα στο εγκαταλειμένο πλέον σπίτι τους.Προσπαθεί να του δώσει ζωή προσκολλημένη στο παρελθόν.Δεν ξεπουλά την αυλή που έπαιζαν για τρία διαμερίσματα.

Η Αμαλία δεν έβρισκε ποτέ χρόνο ως παιδί να εκφραστεί.Ούτε τώρα βρίσκει.Μητέρα,επαγγελματίας, σύζυγος προσπαθεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις ουσιαστικά μόνη της αφού ο άντρας της δουλεύει πολύ και επιστρέφει πάντα κουρασμένος αλλά και απαθής.Ακόμα και τώρα κρατά ισορροπίες σχετικά με την αντιπαροχή.

Τα ημερολόγια που κρατούσε η μητέρα τους και το επιβλητικό ποίημα του Βαγγέλη Ροζακέα μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζηδάκη θα τους θυμίσουν τα όσα ξεχνούν ή προσπερνούν....

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ



«Κάθε μέρα τρως αγγούρι και το Σάββατο είσαι μούρη».
Το βλέπω γραμμένο κάθε μέρα σε τοίχο στο πανεπιστήμιο και σκέφτομαι πόσο ακραία είναι αυτή η επιβολή του τρίπτυχου «Σάββατο-λεφτά-διασκέδαση».
Αν δεν έχεις λεφτά δεν καταναλώνεις-δεν διασκεδάζεις και αν δεν βγεις το Σάββατο δεν είσαι μούρη.
Ο ηλίθιος καταναλωτισμός και ο χυδαίος υλισμός είναι ακραία στερεότυπα που επιβάλλονται στη νεολαία και στον τρόπο που διασκεδάζει.
Η διασκέδαση της εκτόνωσης, του «να τα σπας» είναι κοινός τόπος για την πλειοψηφία αφού αυτό το μοντέλο καλλιεργείται.Είναι ένας επιβαλόμενος τρόπος εκτόνωσης μια φορά την εβδομάδα για να αντέξουμε τα όσα άλλα άκραια μας επιβάλουν τις υπόλοιπες έξι μέρες.
Όμως ακόμα και για τη διασκέδαση ο χωροχρόνος είναι καθορισμένος.

Ο χώρος προσδιορίζεται σε μέρη τύπου Μall όπου είκοσι ευρώ με το ζόρι σε φτάνουν να πας σινεμά με όλα τα κομφόρ και να πιεις ένα ποτό στο πολύχρωμο κλουβί που μάλλον «είσοδο» το λες αυτό παρά «έξοδο».
Μπορεί να είσαι στο απέναντι πεζοδρόμιο του μαγαζιού στο Γκάζι με το ποτό στο χέρι αλλά επειδή το πλήρωσες οχτώ ευρώ πρέπει να περάσεις τέλεια, να γελάσεις, να φωνάξεις, να ξεδώσεις τέλος πάντων.
Μπορεί να είσαι στα μπουζούκια(το ναό της εκτόνωσης), να ακούς αυτά τα ουρλιαχτά, να χωρεύουν όλοι κολλημένοι και σφινομένοι ανάμεσα στα τραπέζια, να σε πατάνε και να περνάς όμως καλά γιατί τι άλλο να κάνεις;Εκατόν πενήντα ευρώ είχε το μπουκάλι ,μπορείς να μην περάσεις καλά;
Απάθεια, αποχαύνωση, καταναλωτισμός.
Αν θέλεις να διασκεδάσεις πρέπει να τα σκάσεις χοντρά. Η΄μήπως όχι;

Ο χρόνος είναι και αυτός καθορισμένος. Προσδιορίζεται σε μια, άντε βαριά βαριά δυο φορές την εβδομάδα.Πάρασκευή και φυσικά το μεγάλο Σάββατο.Το Σάββατο πλασάρεται σαν η μόνη μέρα που είσαι “ελεύθερος” να τα σπάσεις για να αντέξεις στη δουλειά και στη σχολή, στην εξωφρενική καθημερινότητα όλη την υπόλοιπη εβδομάδα.Τις άλλες μέρες όμως πρέπει μόνο να δουλεύουμε και να εκπαιδεόμαστε από την tivi. Μόνο το Σάββατο είναι «δικό σου”.Και είναι λίγος αυτός ο χρόνος. Όταν ο μόνος ελεύθερος χρόνος των μαθητών ,ας πούμε, είναι τρεος ώρες τη βδομάδα, προτιμούν να πάνε να τα πιούν από το να πάνε θέατρο ή σινεμά.

Το ένα καλούπι οδηγεί στο άλλο. Πλασάρεται στη νεολαία αυτή η αντίληψη περί διασκέδασης γιατί είναι η πιο ελεγχόμενη. Προβατοποιημένη, καθορισμένη, κερδοφόρα. Από πίσω κρύβεται ο φόβος της σκέψης, της δημιουργίας, της τέχνης, της συλλογικότητας. Ο φόβος της διασκέδασης σε ακαθόριστο χωροχρόνο, low-budget, παρείστικα και δημιουργικά.
`

Περί e-λευθερίας λόγου και συντονισμού κινημάτων.


Σιάτλ 1999. Η πρώτη εμφάνιση ηλεκτρονικού συντονισμού οργανώσεων και κινημάτων με τόση εμβέλεια, τόσο μαζική ανταπόκριση και τόση αποτελεσματικότητα. Χιλιάδες κόσμου ανά τον κόσμο οργανώνουν μέσω των κοινωνικών δικτύων (facebook, twitter, indymedia, blogs) τις μεγαλειώδης αντιπαγκοσμιοποιητικές διαδηλώσεις με κάθε λεπτομέρεια, διαδηλώσεις που θα ανοίξουν το δρόμο για τα Κοινωνικά Φόρουμ σε μια σειρά χώρες του κόσμου. Αντιπληροφόρηση και διεθνής συντονισμός μεταξύ οργανώσεων,κινήσεων, κινημάτων μέσω του διαδικτύου. Η κληρονομία που άφησε ο «ηλεκτρονικός» τρόπος οργάνωσης είναι εδώ.

Ένα μήνα σχεδόν μετά τον καταστροφικό σεισμό στην Αϊτή , τα blogs και τα site αντι-πληροφόρησης είναι οι κύριες πηγές που συνεχίζουν να ενημερώνουν για την απαγόρευση, από το υπουργείο Εξωτερικών, της μεταφοράς ελλήνων εθελοντών. Συνεχίζουν να οργανώνουν και να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τον τρόπο αποστολής ειδών πρώτης ανάγκης, συνεχίζουν να οργανώνουν και να πληροφορούν για συναυλίες οικονομικής υποστήριξης. Συνεχίζουν να συγκεντρώνουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς βοήθειας μαζί με πληροφορίες για τον φορέα του καθενός. Συνεχίζουν να δίνουν πιο πραγματικές ερμηνείες σχετικά με το πόσο «φυσική» μπορεί να είναι μια καταστροφή στη χώρα που το 80% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

To Δεκέμβρη του 2008, μετά τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από ειδικό φρουρό τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, το indymedia και το facebook καιγόντουσαν κι αυτά από τη συνεχή ενημέρωση. Ενημέρωση κάθε στιγμή, συντονισμός, δράση. Η δυνατότητα της πληροφορίας της κάθε στιγμής βοηθούσε στην στοχευμένη και άμεση συσπείρωση. Οι μαθητές μέσω των sms και του facebook συνεννοούνταν για τις επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα, ο κόσμος ενημερωνόταν ηλεκτρονικά για τις ταυτόχρονες πορείες που γινόντουσαν στις διάφορες περιοχές. Η οργή των διαδηλωτών σε συνδυασμό με την γρήγορη και ακριβή ιντερνετική πληροφόρηση φούντωσαν τις διαδηλώσεις στη χώρα.

Οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης και τα διαδικτυακά βίντεο έπαιξαν τον πιο σημαντικό ίσως ρόλο σε αποκαλύψεις που αφορούσαν την συνεργασία των δυνάμεων καταστολής και των ασφαλιτών με το παρακράτος- κάτι που ούτε κατά διάνοια δεν δημοσιοποίησαν τα «έγκυρα» μέσα ενημέρωσης.

Άμεση πληροφόρηση, άμεση συσπείρωση, διεθνής συντονισμός και διάχυση πληροφορίας σε χιλιάδες κόσμου ταυτόχρονα. Ένα τεράστιο δίκτυο αντι- πληροφόρησης που δύσκολα χαλιναγωγείται. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους της εδραίωσής του.

Ελλείψει δημόσιου χώρου έκφρασης, τα blogs μεταφέρουν τις σκέψεις, τις απόψεις, τις ερμηνείες του καθενός. Είμαστε «μαύρα κουτιά » ο ένας για τον άλλο δυστυχώς στην καθημερινότητά μας. Ο διαδικτυακός τόπος επιτρέπει σε χιλιάδες «μαύρα κουτιά» να επικοινωνούν αδιαμεσολάβητα, αμεσοδημοκρατικά και ιντερνετικά. Η διαδραστική αυτή δυνατότητα επιτρέπει τη «συνομιλία» .

Οι δέκτες παύουν να είναι οι παθητικοί θεατές και αναγνώστες και γίνονται οι επόμενοι bloggers ή αυτοί που θα σου «αφήσουν» τα σχόλιά τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Η πολύπαθη «κοινή γνώμη» αποκτά κοινή δράση. Δηλώνει παρούσα και κινητοποιείται στον πραγματικό έξω κόσμο.
To facebook καταλαμβάνει το κενό του κοινωνικού δημόσιου χώρου και αντιτίθεται στη «ντροπή» της έκφρασης. Όλοι παίρνουν θέση μετά από διάφορα πολιτικά κοινωνικά ή άλλου είδους θέματα «μπαίνοντας» στο ένα ή το άλλο group. Το «like» αποκαλύπτει τη συμφωνία μας και το block-άρισμα θεμάτων ή προσώπων την αντίθεσή μας. Υπάρχει με μια άλλη μορφή –αλλά σίγουρα υπάρχει- Έκφραση.
Μέσω των groups έχουμε ταυτόχρονα ενημέρωση κειμένου, φωτογραφιών και διαδικτυακών βίντεο. Ενημέρωση και «κάλεσμα», πληροφόρηση και οργάνωση.

Ο σκοπός παραμένει ο ίδιος αλλά τα μέσα αλλάζουν. Ο πιο δημοφιλής τοίχος για την αφίσα ίσως δεν είναι πλέον αυτός ενός κτιρίου ή μιας κολώνας αλλά ο τοίχος του facebook και του twitter. Αυξάνονται οι διαφορετικές φωνές και η συσπείρωση του κόσμου απέναντι σε ποικίλα θέματα οργανώνοντας συγκεντρώσεις ή άλλα δρώμενα χωρίς την ύπαρξη απαραίτητα κάποιου φορέα από πίσω-χωρίς να είναι αυτό το ζητούμενο-.

Tα γεγονότα δεν αποσιωπούνται τόσο εύκολα πια-κι αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση.
Ένα χρόνο πριν, τα διαδικτυακά μέσα ανάγκασαν τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης να δημοσιοποιήσουν τη δολοφονική επίθεση που δέχτηκε η πρόεδρος του σωματίου καθαριστριών, Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αφού το θέμα αναδείχτηκε από bloggers, αφού δημιουργήθηκαν δεκάδες groups υποστήριξης στο fαcebook, αφού προηγήθηκε ηλεκτρονική κατακραυγή για την λογοκρισία και τα κατευθυνόμενα ρεπορτάζ, αναγκάστηκαν οι «μαχόμενοι» δημοσιογράφοι να δημοσιοποιήσουν την δολοφονική επίθεση αποδίδοντάς την όμως σε «ατύχημα» ή ακόμα και σε εκδικητική πράξη που είχε να κάνει με την προσωπική ζωή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Κι αφού οι πορείες αλληλεγγύης που οργανώθηκαν -και μέσω των κοινωνικών δικτύων – κατάφεραν να αναδείξουν το αδίστακτο πρόσωπο της εργοδοτικής τρομοκρατίας, ο πανικός που προκαλεί αυτή η κοινωνική δράση ανάγκασαν τα μέσα να αφιερώσουν εκπομπές των εκπομπών και ένας μετά τον άλλο οι υπουργοί να ασχολούνται με την υπόθεση. Η διαχείριση της πληροφορίας και ο τρόπος που ασχολούνται είναι ένα διαφορετικό –υποκριτικό- ζήτημα.

Η «επανάσταση» αυτή των κοινωνικών δικτύων ρωτά αν ήρθε η ώρα του τέλους για το φθαρμένο μιντιακό σύμπλεγμα.
Ρωτά αν μπορούν οι πολίτες να πάρουν την πληροφόρηση στα χέρια τους.
Ρωτά αν θα είναι το μέσο προώθησης αποσιωπημένων γεγονότων , αν θα είναι το μέσο συντονισμού των κινημάτων ή αν θα περιορίσει την αντίδραση στα «like» και τα «delete».
H απάντηση έπεται…

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Mια φορά κι ένα καιρό υπήρχε δημόσια και δωρεάν παιδεία.(για το εργαστήριο διαδικτυακήs δημοσιογραφίαs)



Τρία χρόνια πριν o νόμος πλαίσιο είχε συναντήσει την αντίδραση της πανεπιστημιακής κοινότητας και το ξέσπασμα του φοιτητικού κινήματος το οποίο κατάφερε τη μη αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος περί δημόσιας και δωρεάν παιδείας.

Τρία χρόνια μετά, μέσω της εφαρμογής διατάξεων του νόμου –πλαίσιο ο χαρακτήρας της παιδείας μάλλον δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται δημόσιος. Μια από αυτές τις διατάξεις αφορά στα πανεπιστημιακά συγγράμματα τα οποία τα τελευταία 40 χρόνια διανέμονται δωρεάν –δηλαδή με δαπάνη του δημοσίου μέσω του υπουργείου παιδείας.

Σύμφωνα με τον προηγούμενο νόμο οι φοιτητές είχαν δικαίωμα παραλαβής όσων συγγραμμάτων θεωρούσε ο διδάσκων απαραίτητα για την κάλυψη της εξεταστέας ύλης του μαθήματος ή και για περαιτέρω γνώση. Συνήθως δύο ή τρία βιβλία δηλαδή τα οποία ήταν τα ίδια για όλους τους φοιτητές.
Με το νόμο που πλέον ισχύει στα περισσότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα οι φοιτητές δεν έχουν αυτό το δικαίωμα. Είναι δεδομένο ότι στα περισσότερα μαθήματα, στις περισσότερες σχολές, οι σπουδαστές, χρειάζονται περισσότερα από ένα βιβλία για να καλύψουν την εξεταστέα ύλη. Όμως ο νόμος ορίζει ένα και μόνο σύγγραμμα ανεξαρτήτως πόσα χρειάζονται στον φοιτητή για να καλύψει την ύλη και ανεξαρτήτως πόσα μαθήματα θα αλλάξει μέχρι το πτυχίο του.
Δικαιούται αυστηρά τόσα συγγράμματα όσα μαθήματα απαιτούνται για την απόκτηση του πτυχίου του. . Η επιλογή του συγγράμματος από την προτεινόμενη λίστα δε σημαίνει βέβαια ότι θα είναι κι αυτό από το οποίο θα εξεταστεί. Θα πρέπει να έχει ενημερωθεί από τον καθηγητή από ποιο βιβλίο θα οριστεί το μεγαλύτερο έστω κομμάτι της ύλης.

Συμφώνα με το νόμο, το κάθε προτεινόμενο σύγγραμμα θα πρέπει να καλύπτει όλη ή το μεγαλύτερο μέρος της ύλης [άρθρο 1]. Αν χρειάζεται να δοθεί και δεύτερο βιβλίο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύγγραμμα (μαζί με το άλλο βιβλίο) αρκεί όμως να μην επικαλύπτεται σε κανένα σημείο η ύλη τους. [άρθρο 7].Αυτό το «παραθυράκι» βρίσκουν -κάποιοι- καθηγητές στην προσπάθειά τους να διευκολύνουν τους σπουδαστές. Δηλώνουν δύο βιβλία ως ένα σύγγραμμα στη λίστα ώστε να καλυφθεί όσο γίνεται η διδαχθείσα ύλη από τα διανεμόμενα χωρίς να χρειαστεί να τα αγοράσουν οι φοιτητές.

Αφού λοιπόν τα συγγράμματα που λαμβάνουν οι φοιτητές δεν είναι τα ίδια για όλους, η διαδικασία «παραγγελίας» τους από τις γραμματείες των σχολών είναι η εξής τραγελαφική:
Αρχικά, οι φοιτητές δηλώνουν στη γραμματεία της σχολή τους ποια συγγράμματα επιθυμούν να λάβουν -έχοντας ενημερωθεί ή όχι από τον διδάσκοντα για το περιεκτικότερο ως προς την ύλη βιβλίο-.
Έπειτα οι γραμματείς παραγγέλνουν προς εκτύπωση -και όχι προς παραλαβή- τον αριθμό που έχει δηλωθεί για κάθε βιβλίο στον εκάστοτε εκδοτικό οίκο. Αυτή η διαδικασία έχει προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Τα βιβλία είναι έτοιμα αλλά διασκορπισμένα σε πολλά βιβλιοπωλεία συνήθως 2-3 εβδομάδες μετά τις δηλώσεις μαθημάτων και λίγες μέρες πριν την έναρξη της εξεταστικής περιόδου. Ο ίδιος ο νόμος δίνει το περιθώριο στους εκδοτικούς οίκους να παραδώσουν τα βιβλία δύο μήνες μετά την έναρξη (δηλαδή μέσα Δεκέμβρη). Οι διευθύνσεις διανομής αναρτούνται έξω από τις γραμματείες συνήθως, ενώ στο internet ,στην ιστοσελίδα της κάθε σχολής αρκετές μέρες αργότερα.

Μέχρι αυτό το σημείο οι φοιτητές κάνουν υπομονή, ενώ μόλις τα βιβλία είναι έτοιμα στους εκδοτικούς οίκους, οι φοιτητές αρχίζουν γυμναστική. Ο τρόπος παραλαβής παραμένει ο ίδιος εδώ και πολλά χρόνια. Θα πρέπει να περιμένουν σε ατελείωτες ουρές σε κάθε ένα από τα βιβλιοπωλεία για να παραλάβουν το πολυπόθητο βιβλίο.

Τι γίνεται όμως με τα βιβλία στα οποία οι φοιτητές οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση για να καλύψουν όλη την εξεταστέα ύλη; Αυτό δεν θα αποτελούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα αλλά ούτε και ταλαιπωρία εάν τα πανεπιστήμια ήταν στελεχωμένα με «εφοδιασμένες» βιβλιοθήκες.
Το πρόβλημα των βιβλιοθηκών είναι αλληλένδετο με αυτό των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων.

Η δωρεάν διανομή δύο βιβλίων ανά μάθημα αντιστάθμιζε μέχρι πρότινος κατά κάποιον τρόπο την –ως προς τις ανάγκες των φοιτητών και μόνο- ανεπάρκεια των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών στη χώρα μας., όπως αναφέρει ο καθηγητής του Παντείου πανεπιστημίου, κ. Γιώργος Σταμάτης σε σχετικό του άρθρο.
Οι βιβλιοθήκες στα περισσότερα –αν όχι σε όλα- τα ιδρύματα είναι ανεπαρκής αναλογικά με τον αριθμό των φοιτητών που εξυπηρετούν. Διαθέτουν δύο ή τρία αντίτυπα από κάθε βιβλίο.
Δεν εφαρμόζεται το σημείο του νόμου που προβλέπει ότι το 10% των βιβλίων που παραγγέλνονται, πρέπει οι εκδοτικοί οίκοι να το καταθέτουν στις βιβλιοθήκες του αντίστοιχου ΑΕΙ.
Είναι λοιπόν αδύνατο να προμηθευτούν αυτά τα αντίτυπα 500 ή 1000 φοιτητές, πόσο μάλλον σε εξεταστική περίοδο. Οι φοιτητές προσφεύγουν στις φωτοτυπίες ή εν τέλει στην αγορά των βιβλίων, αρκετά εκ των οποίων είναι ιδιαίτερα ακριβά δεδομένου πως πρόκειται για πανεπιστημιακά συγγράμματα.

Η κύρια πηγή του προβλήματος βέβαια βρίσκεται στην υποχρηματοδότηση των βιβλιοθηκών.
Συγκεκριμένα, ένα μέρος της στελέχωσης, και η λειτουργία της βιβλιοθήκης του Παντείου πανεπιστημίου χρηματοδοτούνταν από ένα ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό προγράμματα (προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ) η ισχύς του οποίου όταν έληξε τον περασμένο Μάιο ανάγκασε το πανεπιστήμιο να κλείσει την βιβλιοθήκη μέχρι και τον Σεπτέμβρη οπότε και έγιναν νέες προσλήψεις.
Τα περισσότερα πανεπιστήμια του εξωτερικού –αν όχι όλα- λειτουργούν χάρη στις άριστα εφοδιασμένες βιβλιοθήκες και τα τεχνολογικά συστήματα του πανεπιστημίου.

Αυτή η κατάσταση ισχύει όχι μόνο στα πανεπιστήμια της Αθήνας αλλά και της περιφέρειας. Ενδεικτική είναι η προσπάθεια της πανεπιστημιακής κοινότητας του πανεπιστημίου Πατρών, η οποία προσπάθησε να αναδείξει το θέμα και να βρει μια λύση στα «μαρτύρια του Ταντάλου» που υποβάλλεται κάθε χρόνο.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Δημοψήφισμα τώρα!


Στις 24 του μηνός,στο Ledra Marriott,ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός έχει προγραμματίσει και συνδιάσκεψη για το ζήτημα του δημοψηφίσματος για τουs μετανάστεs.H ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ελφρίντε Γέλινεκ.Η φεμινίστρια και συγγραφέαs.


Συγγραφέας, φεμινίστρια, στρατευμένη μα πάνω από όλα προσηλωμένη στρατιώτης της γραφής.
Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, μια ασυμβίβαστη γυναίκα, μια ανατρεπτική συγγραφέας ξεδιπλώνεται μέσα από τη συζήτηση με την Κατρίν Λεσέρ στο βιβλίο "Εκ Βαθέων".

Γεννήθηκε πριν 64 χρόνια στη Στυρία της Αυστρίας. Η γενεαλογία της είναι εξαιρετικά πολύπλοκη –όπως συμβαίνει σε πολλές βιεννέζικες οικογένειες - και μαζί με τα παιδικά της χρόνια είναι δυο παράγοντες που έχουν επιδράσει καταλυτικά στην διαμόρφωση του συγγραφικού της έργου. Η οικογένεια της είναι μείγμα εβραϊκό, βαλκανικό και τσέχικο.
Ο πατέρας της Εβραίος, τσέχικης καταγωγής, είχε χάσει τη δουλειά του ως δημόσιος υπάλληλος και γλίτωσε επειδή ήταν χημικός. Απέφυγε τη δίωξη δουλεύοντας σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Τον «προστάτευε» βέβαια και η μητέρα της η οποία προερχόταν από την καλή αστική τάξη, καθολική στο θρήσκευμα και μία ισχυρή γυναίκα η οποία κυριαρχούσε σε όλη τη ζωή της Γέλινεκ. Η ίδια μιλά για ένα είδος οικογενειακής σχιζοφρένειας ανάμεσα σε ένα άθεο, αριστερά στρατευμένο περιβάλλον και σε μια αστική τάξη καθολικού θρησκεύματος. Αυτή η κατάσταση την ενέπνευσε τελικά παρόλα τα τραύματα που της προκαλούσε.
Ο προπάππους της από την πλευρά του πατέρα της είχε αλλάξει θρήσκευμα. Ήταν εργάτης σε τυπογραφείο και ένας από τους ιδρυτές της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας. Μετά το θάνατο της μητέρας της ανακάλυψε ότι και η δική της οικογενειακή κατάσταση δεν ήταν πολύ διαφορετική. Ο παππούς της μητέρας της ήταν πλανόδιος Εβραίος έμπορος μεταξιού ο οποίος σταδιακά αναρριχήθηκε στη βαθμίδα του διευθυντή εργοστασίου. Είχε αλλάξει φυσικά το θρήσκευμά του αλλιώς δεν είχε πιθανότητα να γίνει τίποτα.
Ωστόσο πάνω από πενήντα μέλη της οικογένειάς της πέθαναν κατά τη διάρκεια της Σόα ενώ δεν ήταν λίγοι οι συγγενείς της που εξοντώθηκαν εξαιτίας της στράτευσής τους στην επανάσταση του 1848.

Η σχέση της με τη μητέρα της ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν με τον πατέρα της. Δεν τον γνώρισε σε μεγάλο βαθμό. Η μητέρα της την κρατούσε σε μια απόσταση αφού ως πολύ καθολική δεν ήθελε να έχει πολλές σχέσεις με «αριστερά αποβράσματα», εννοώντας την οικογένειά του. Ο λόγος όμως δεν ήταν μόνο αυτός. Ο πατέρας της ήταν ψυχασθενής και όταν η ίδια ήταν σε ηλικία που μπορούσε να έλθει πιο κοντά του, ήταν ήδη σε ψυχιατρική κλινική. Παραδέχεται ότι το χάρισμα της γλώσσας της μεταδόθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εβραϊκή μεριά του πατέρα της ενώ και ο ίδιος ήταν καλλιεργημένος και προικισμένος με μεγάλο καλλιτεχνικό ταλέντο. Εκείνη που πάντα κυριαρχούσε όμως ήταν η μητέρα της.
Η Γέλινεκ από το νηπιαγωγείο πηγαίνει σε γαλλικό καθολικό σχολείο, άκρως καταναγκαστικό και αυταρχικό.
Το αυστριακό αυταρχικό και θρησκευτικό εκπαιδευτικό σύστημα σε συνδυασμό με την εκπαίδευση στη μουσική και τον εγκλεισμό που της επέβαλε η μητέρα της ήταν όλα τα παιδικά της χρόνια. Ο αυταρχισμός προερχόταν κυρίως από αυτήν. Έκανε κατάχρηση της δύναμης-εξουσίας της, η καλλιτεχνική της φιλοδοξία για την συγγραφέα ήταν υπέρμετρη αλλά όπως λέει η ίδια η Γέλινεκ αυτός ήταν και ένας τρόπος να την ελέγχει η μητέρα της όταν δεν ήταν εκεί.
Παιδικά χρόνια δεν έζησε ποτέ όπως εξομολογείται η συγγραφέας αφού η δωδεκάωρη καθημερινή εκπαίδευσή της δεν της άφηνε καθόλου ελεύθερο χρόνο. Μάθαινε πέντε μουσικά όργανα από την ηλικία των επτά ετών ενώ αργότερα σε αυτά προστέθηκαν η μουσική δωματίου και η ορχήστρα. Η Γέλινεκ παρομοιάζει την κατάσταση αυτή με το οργουελλιανό σύστημα επιτήρησης.
Η ίδια είναι αφοπλιστική « Πιστεύω πως μεγάλο μέρος της δημιουργικότητας μου οφείλεται σε αυτόν τον καταναγκασμό. Καθώς επίσης μεγάλωσα χωρίς τηλεόραση η μόνη διέξοδός μου ήταν η ανάγνωση και η γραφή.»
Ένα από τα δημιουργήματά της, «H Πιανίστρια» είναι το ευρέως γνωστό μυθιστόρημά της, το πιο βιογραφικό αλλά και το λιγότερο αντιπροσωπευτικό της γραφής της όπως λέει. Ένα βίαιο μυθιστόρημα για τις σπαρακτικές σχέσεις που συνδέουν μια μητέρα με την κόρη της. «Η ανάγνωσή του θα πρέπει να ήταν γι αυτήν μια πολύ επώδυνη εμπειρία. Άλλωστε είναι κάτι που μπορώ να το καταλάβω»-λέει για τη μητέρα της.

Μετά το λύκειο εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Θεατρολογίας και στο Ωδείο.
Τα φοιτητικά χρόνια μεταξύ 1964-1967 συνοδεύτηκαν από κρίσεις άγχους αφού μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού δεν είχε καμία κοινωνική ζωή και η απότομη ελευθερία της προκάλεσε σοκ. Έτσι έμεινε κλεισμένη περίπου ένα χρόνο στο σπίτι. Τότε ξεκινά να γράφει στα σοβαρά.
Επηρεάζεται από την αμερικάνικη ποίηση όπως του Black Mountain College, του Lawrence Ferlinghetti ή του Tuli Kupfenberg.
«Πρέπει να γράφουμε», αυτός είναι ο τίτλος ενός κειμένου που αφιέρωσε στη μνήμη του Otto Breicha ο οποίος την επηρέασε καταλυτικά. Ήταν ο άνθρωπος ο οποίος την ανακάλυψε και στις λογοτεχνικές επιθεωρήσεις(Protokolle, Muniskripte) που ο ίδιος εξέδιδε ξεκίνησε να δημοσιεύει κείμενά της. Όπως παραδέχεται όμως αυτό που λογοτεχνικά την επηρέασε στον υψηλότερο βαθμό είναι η Ομάδα της Βιέννης με τον Ernst Jandl και την Friederike Mayrocker. Έχει επίσης επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον ποιητή H.C.Artmann. «Εν ολίγοις, όπως όλοι οι συγγραφείς της γενιάς μου που επέλεξαν την πειραματική λογοτεχνία, χωρίς την Ομάδα της Βιέννης δεν θα ήμαστε τίποτε.»

Η πολιτική της στράτευση έρχεται το 1974, σε μια εποχή που η Άνοιξη της Πράγας είχε συντριβεί. « Θέλαμε να εργαστούμε στη βάση, στους κόλπους του Κόμματος που νομίζαμε ότι μόνο αυτό βρισκόταν στο πλευρό της εργατικής τάξης.» Μετά από είκοσι χρόνια πολιτικής στράτευσης κι αφού πλέον δεν εντάσσεται στο Κόμμα προσθέτει: «Τίποτα δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό μου, από το μίσος μου για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα».
Τη χρονιά που εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Αυστρίαs ξεκινά και μια περίοδος έντονης καλλιτεχνικής δημιουργίας μέχρι και το 1985. Γράφει ραδιοφωνικά θεατρικά κείμενα, λιμπρέτα όπερας, δοκίμια, πρόζα και μεταφράσεις. Αντλεί το υλικό της είτε από πράγματα που έχει διαβάσει, είτε από αληθινές ιστορίες είτε από προσωπικές της εμπειρίες τις οποίες τις μετασχηματίζει δίνοντάς τους μια γενική σημασία.

Μέχρι το 2000 τα δεκαπέντε χρόνια που μεσολαβούν είναι πολύ ταραχώδη, τόσο καλλιτεχνικά όσο και πολιτικά. Λίγο πριν την άνοδο του Waldheim στην προεδρία της Αυστρίας η Γέλινεκ είχε γράψει το θεατρικό έργο Βurgtheater το οποίο για την ίδια σηματοδοτεί μια στροφή. Έβλαψε σημαντικά την υπόληψή της στην Αυστρία.
Το 2000 προσπαθεί να δείξει την αντίθεσή της προς το συντηρητικό καθεστώς της Αυστρίας. Είναι η πρώτη χώρα που επαναφέρει στην εξουσία την Ακροδεξιά όταν συμμαχεί με τη Δεξιά το 2000.Τότε φτάνει στο έσχατο σημείο καλλιτεχνικής ελευθερίας. Απαγορεύει οποιαδήποτε σκηνοθεσία των έργων της στα δημόσια θέατρα. «Είχα δοκιμάσει τα πάντα όσον αφορά τη διαμαρτυρία. Ήταν αναγκαίο να προσφύγω σε ένα τελείως διαφορετικό μέσον».

Το κοινό τη γνώρισε κυρίως το 2004 όταν και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ από τη Σουηδική Ακαδημία για το έργο της. Ποτέ όμως –όπως λέει- δε θα μπορέσει να εξηγήσει το χάσμα ανάμεσα στην δημοσιογραφική κριτική που την εξόντωνε και στην πανεπιστημιακή αποδοχή της. Ποτέ δε θα μπορέσει να εξηγήσει το γεγονός του ότι ποτέ δεν βοηθήθηκε οικονομικά από το κράτος αλλά συχνά λάμβανε βραβεία. Αντιφάσεις.
Το μεγάλο της παράπονο είναι πως την αντιμετωπίζουν ως κάποια που κάνει προπαγανδιστική τέχνη, που κλαψουρίζει, που οδύρεται. Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο εκεί και όχι στον τρόπο που δουλεύει την γλώσσα.
Όταν της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ επέμεινε στο γεγονός ότι της ήταν αδύνατον να το αποδεχτεί προσωπικά ως «εγώ». Πίστευε πως μαζί της ανταμείβονταν όλες οι γυναίκες και δεν αντέχει στην ιδέα πως δεν θα μάθουμε ποτέ για τόσες άλλες ακριβώς επειδή η γυναίκα δεν έχει το καθεστώς του υποκειμένου που είναι αντρικό προνόμιο.
Είναι μαχητής του φεμινισμού. Αντιπαλεύει με τον τρόπο της την πολιτισμική περιφρόνηση των γυναικών και την αδικία που υφίσταται η εργασία των γυναικών αφού υπόκειται μονάχα σε ανδρικά αξιολογικά κριτήρια.
Πάνω από όλα όμως είναι μια εργάτρια της γραφής.